Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Είμαστε έρμαια των φερομονών μας


Μολονότι οι άνθρωποι συλλέγουν και ανταλλάσσουν πληροφορίες για τον κόσμο που τους περιβάλλει μέσω των κυρίαρχων αισθήσεων, της όρασης και της ακοής, τα περισσότερα ζώα αντιλαμβάνονται το περιβάλλον τους και επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω χημικών σημάτων, επεξεργάζονται δηλαδή πρωτίστως οσφρητικές πληροφορίες.
Ωστόσο, απ' ό,τι φαίνεται ακόμη και στους πιο εξελιγμένους οργανισμούς, η ανταλλαγή χημικών σημάτων παίζει αποφασιστικό ρόλο τόσο στη διαμόρφωση της ομαδικής συμπεριφοράς όσο και στην επιβίωσή τους. Ετσι, ο σύγχρονος άνθρωπος σπανίως καταφεύγει στην αισθητηριακή ικανότητά του να αναγνωρίζει οσφρητικά χημικές ουσίες του περιβάλλοντος, επειδή η λειτουργία της όσφρησης στο είδος μας επισκιάζεται καταφανώς από αυτήν της όρασης ή της ακοής· εντούτοις, οι οσφρητικές του ικανότητες δεν εξαλείφονται ποτέ ολοκληρωτικά.


Αρκετοί άνθρωποι αναπτύσσουν μια εκπληκτική ικανότητα διάκρισης οσμών: οι αρωματοποιοί και οι δοκιμαστές οίνου αποτελούν την καλύτερη απόδειξη των δυνατοτήτων εκλέπτυνσης της εγγενούς οσφρητικής μας ικανότητας. Αντίθετα, τα άτομα που υποφέρουν από ανοσμία, ένα σύμπτωμα κάποιων νευρολογικών παθήσεων, ζουν σ' έναν εμφανώς φτωχότερο αισθητηριακά κόσμο.
Χημικές μαριονέτες;
Τα τελευταία χρόνια η επιστημονική μελέτη των χημικών ουσιών-σημάτων που εκκρίνουν οι έμβιοι οργανισμοί για τις λειτουργικές και τις επικοινωνιακές τους ανάγκες έχει σημειώσει εντυπωσιακή πρόοδο. Από πολύ καιρό ήταν γνωστό ότι μια σειρά από ειδικά χημικά μόρια (οι ορμόνες) παράγονται στο εσωτερικό κάθε οργανισμού με σκοπό να ρυθμίζουν, δηλαδή να πυροδοτούν ή να καταστέλλουν, κάποιες εσωτερικές ζωτικές λειτουργίες.
Πιο πρόσφατα, όμως, διαπίστωσαν και την παρουσία αρκετά διαφορετικών χημικών σημάτων με εμφανώς «εξωστρεφή» βιολογική λειτουργία. Πρόκειται για χημικά σήματα τα οποία ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι ζωντανοί οργανισμοί αποκλειστικά για τις επικοινωνιακές τους ανάγκες. Κατ' αναλογία με τις ορμόνες, οι Peter Karlson και Martin Luscher το 1959 ονόμασαν αυτά τα αινιγματικά χημικά σήματα φερομόνες (ή και φερορμόνες, σύνθετη λέξη από το φέρω+ορμή= προκαλώ διέγερση).
Και όπως πολύ ορθά υπέθεταν τότε, οι φερομόνες θα πρέπει να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη ρύθμιση της συμπεριφοράς των οργανισμών σε όλο το ζωικό βασίλειο. Γεγονός που, τα επόμενα χρόνια, επιβεβαιώθηκε από πλήθος ερευνών. Αποδείχτηκε μάλιστα και πειραματικά ότι οι φερομόνες μπορούν να έχουν είτε προσελκυστική και διεγερτική είτε απωθητική και κατασταλτική λειτουργία: η έκκριση συγκεκριμένων φερομονών λειτουργεί στο εσωτερικό της ομάδας άλλοτε ως σήμα κινδύνου ή συναγερμού, που θέτει σε επιφυλακή τα μέλη της, και άλλοτε ως ερωτικό σήμα, που δημιουργεί ακαταμάχητη έλξη του αρσενικού προς το θηλυκό (ή το αντίστροφο).
Τι γίνεται όμως με τους ανθρώπους; Μήπως, παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη της νοημοσύνης και της ανθρώπινης συνείδησης, παραμένουμε δέσμιοι των χημικών μας προδιαγραφών; Μαριονέτες που κινούμαστε μηχανικά από κάποια αόρατα νήματα, δηλαδή από κάποιες υποσυνείδητες βιοχημικές διεργασίες;
Διάφορες έρευνες υποδεικνύουν ότι, όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα ζώα, πολλές ανθρώπινες σωματικές εκκρίσεις κρύβουν μέσα τους φερομόνες, δηλαδή τα ζωώδη και «αποκρουστικά» χημικά σήματα που με διάφορα τεχνητά αρώματα επιχειρούμε να τα συγκαλύψουμε και με την καθημερινή καθαριότητα να τα εξαλείψουμε.
Ομως, παρά τις φιλότιμες και κοπιώδεις προσπάθειές μας, η οσμή του ανδρικού ιδρώτα φαίνεται πως αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόνης ακόμη και των πιο «καθώς πρέπει» γυναικών. Πράγματι, πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η ανδροσταδιενόνη, ένα βασικό συστατικό του ανδρικού ιδρώτα (υπάρχει επίσης στο σάλιο και στο σπέρμα), αυξάνει εντυπωσιακά την ερωτική επιθυμία των γυναικών. Οπως διαπιστώθηκε πειραματικά, οι περισσότερες γυναίκες που εισέπνεαν ικανή ποσότητα αυτής της αρσενικής φερομόνης, ανέφεραν σαφή βελτίωση της ψυχολογικής τους διάθεσης και σημαντικά αυξημένη σεξουαλική διέγερση· ανάλογα θηλυκά αφροδισιακά εκκρίνονται από το γυναικείο σώμα και επηρεάζουν εξίσου αποτελεσματικά την ανδρική επιθυμία για σεξ.
Η «γλώσσα» των βιομορίων
Μια άλλη πειραματική απόδειξη της δράσης των ανθρώπινων φερομονών σχετίζεται με τον συγχρονισμό της έμμηνης ρύσης διαφορετικών γυναικών. Όπως έδειξε η Martha McClintock στο Χάρβαρντ, σε ομάδες γυναικών που ζουν μαζί και μοιράζονται καθημερινά πολλές δραστηριότητες -π.χ. φοιτήτριες που συγκατοικούν, αδελφές κ.ο.κ.- ο μηνιαίος εμμηνορρυσιακός τους κύκλος τείνει, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, να συγχρονίζεται. Και όπως απέδειξε πειραματικά ήδη από το 1986 ο G. Preti και η ομάδα του, αυτός ο συγχρονισμός οφείλεται αποκλειστικά σε έναν φερομονικό παράγοντα, ένα ιδιαίτερο χημικό σήμα που εκκρίνεται από τη γυναικεία μασχάλη!
Αυτές οι ανακαλύψεις ενισχύουν την υποψία ότι εμείς οι άνθρωποι δεν επικοινωνούμε μόνο μέσω του λόγου (προφορικού ή γραπτού). Αντίθετα, το σώμα μας διαθέτει την ικανότητα να επικοινωνεί με μια, πολύ πιο περιορισμένη αλλά και λιγότερο αμφίσημη από τον προφορικό λόγο, χημική «γλώσσα»
enet.gr